Η ταινία που είδα το Σαββατοκύριακο λέγεται «MASH»

mashbiggest

Ταινίες, δίσκοι, βιβλία σημαδεύουν μία εποχή, μία γενιά, μία παρέα. Ίσως να είναι το «Tender Prey», το «Tutti Frutti», o Κυνόδοντας, ο Lawrence Of Arabia, Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο, μπορείς να βρεις πως είσαι Πιστό Αντίγραφο του εαυτού σου. O Robert Altman έναν τέτοιο ανομολόγητο στόχο πρέπει να είχε στο μυαλό του, όταν γύριζε το ’69 αυτή την ταινία με τρόπο που έκανε ακόμα και τους εμπλεκόμενους να αμφιβάλουν όχι μόνο για την ποιότητα του έργου, αλλά και για την ψυχοπνευματική ισορροπία του σκηνοθέτη. Ως Κιμάς μεταφράζεται στους υπότιτλους ο τίτλος της ταινίας Mobile Army Surgical Hospital. Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές των 5ts στον πόλεμο της Κορέας, χωρίς όμως πολλές διευκρινίσεις ώστε ο θεατής του 1970 να το ζήσει στο παροντικό τότε περιβάλλον του πολέμου του Βιετνάμ. Οι πρωταγωνιστές, στην πλειοψηφία τους πρωτοεμφανιζόμενοι – πρέπει τα «introducing» να είναι καμιά εικοσαριά – ως γιατροί προσπαθούν να σώσουν τραυματίες, συνήθως βαριά, στις καλές περιπτώσεις, κάνοντας βουτιές στο αίμα και χώνοντας τα χέρια τους βαθιά στα σωθικά των αναίσθητων οργανισμών, στις ωραίες γκροτέσκες σκηνές χειρουργείου-χασάπικου που μπορούν να κόψουν την ανάσα, ακόμα και απ’ τα γέλια. Τις υπόλοιπες ώρες, πως αλλιώς θα μπορούσαν να τις περάσουν, παρά να ζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και το τελευταίο δευτερόλεπτο.
To MASH είναι η καλύτερη αμερικανική πολεμική κωμωδία από τότε που μπήκε ο ήχος στον κινηματογράφο, έγραψε ο New Yorker όταν πρωτοπροβλήθηκε η ταινία στους κινηματογράφους την Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1970. Σκηνοθετημένη από έναν πρώην πιλότο Β-24 του Β’ Παγκοσμίου, είναι ακόμα.
Μαύρη κωμωδία, αντιπολεμική σάτιρα, top political incorrect film, κάνει πλάκα στην πατρίδα, τον πόλεμο, τη θρησκεία, τη ζωή, το θάνατο κ τη σοβαρότητα με την οποία όλα αυτά αντιμετωπίζονται από τον άνθρωπο. Η ταινία προτάθηκε για 5 όσκαρ, πήρε ένα. Το πήρε ο σεναριογράφος Ring Lardner Jr, για χρόνια κολλημένος στις μαύρες λίστες του Hollywood. Ο ίδιος ήταν στα μαχαίρια με τον Altman, γιατί του είχε εξευτελίσει το σενάριο, κάνοντας μία ταινία που δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με αυτό.


Και μετά είναι το soundtrack. Μπορεί και πριν. O Johnny Mandel, νεοϋορκέζος γάτος στα 45 του τότε, ήδη είχε παίξει με τους καλύτερους, από Count Basie μέχρι Sinatra, είχε γράψει τη μουσικάρα για την ταινία “I Want To Live” του ’58, πρόσφατα είχε τη μεγάλη επιτυχία με το επίσης κινηματογραφικό “The Shadow Of Your Smile”. Ακούγοντας το δίσκο ξαναζείς όλη την ταινία. Είναι γεμάτος από τους διαλόγους που ξαναζωντανεύουν τις σκηνές που συζητούσες το επόμενο πρωί στο σχολείο με τους φίλους όταν το πρωτοείδες. Τη Swamp σκηνή που μοιράζονται ο Duke (Tom Skerritt), ο Hawkeye (Donald Sutherland) και ο τέκουλας Trapper (υπερτέκουλας Elliott Gould). Τον Bobby Troup , σύζυγο της Julie London κ συνθέτη του «Route 66» που εμφανίζεται σε δύο σκηνές ως οδηγός και λέει τα τελευταία λόγια της ταινίας «Goddamn army». Το τελετουργικό του μυστικού δείπνου πριν την αυτοκτονία με black capsule του χαρισματικού – όλη η μονάδα έκανε μάτι, όταν έπαιρνε το ντους του – οδοντίατρου Painless, ο οποίος μετά από μία απογοητευτική ερωτική νύχτα, πείθεται από τον εαυτό του πως είναι ομοφυλόφιλος, χωρίς να το έχει καταλάβει όλα αυτά τα χρόνια, και έτσι αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Το στοίχημα για το αν η Hot Lips είναι πραγματική ξανθιά. Η τρομάρα της είναι τόσο ακαριαία (και ειλικρινής σύμφωνα με τον ίδιο το σκηνοθέτη) στη σκηνή της αποκάλυψης που τελικά δεν υπάρχει αποκάλυψη. Τα μεγάφωνα της μονάδας που παίζουν Radio Tokyo με γιαπωνέζικες εκδοχές των «My Blue Heaven», «Hi Lili Hi Lo», δίνουν οδηγίες στους φαντάρους, περιγράφουν τη ζωή στο στρατόπεδο, αναμεταδίδουν τη μυστική, ορμητική, ερωτική συνεύρεση της Hot Lips με το φλεγόμενο θεοσεβούμενο ταγματάρχη Frank Burns, στο τέλος παρουσιάζουν τα end credits της ταινίας.
Ακόμα όμως και αν δεν μείνουν όλα αυτά, σίγουρα καρφώνεται στο μυαλό το τραγούδι της ταινίας. Το αφελέστατο τραγούδι που έψαχνε ο Altman για να χαρακτηρίσει την ταινία του, αλλά αδυνατούσε να γράψει. Μετά από σειρά αποτυχημένων προσπαθειών, έριξε την ιδέα στο 14χρονο γιο του. O Mike έγραψε τους στίχους για το “Suicide Is Painless” μέσα σε πέντε λεπτά. Ο μπαμπάς μία δεκαετία αργότερα έλεγε πως από την ταινία ο ίδιος έβγαλε 70.000 δολάρια, ενώ ο γιος του από το τραγούδι που χιλιοακούστηκε και στην τηλεοπτική σειρά, 2.000.000 δολάρια. Και ακόμα δεν είχε γίνει η διασκευή των Manic Street Preachers. Το τραγούδι άμεσα χαρακτήρισε όχι μόνο την ταινία, αλλά μία ολόκληρη γενιά, ένα ανθρώπινο είδος, αποκαϊδια του οποίου αιωρούνται ακόμα και σήμερα στον αέρα της κοινωνίας. Έγινε το σύμβολο της ταινίας που ακόμα παραμένει μυστικό φυλακτό εκείνων των όσων δεν είναι σαν τους άλλους, τους περισσότερους, τους πολλούς, εκείνων των δαχτυλοδεικτούμενων αξιοχλεύαστων ιδιόμορφων τρελών που μετά από μία ή πολλές δυσθεώρητες ήττες, νιώθουν πλέον για πάντα αήττητοι και ως τέτοιοι, όταν συναντιούνται έξω ή εδώ μέσα, δεν συζητούν για αυτό, παρά μόνο με ένα συνομωτικό κλείσιμο του ματιού, συνεχίζουν το δρόμο τους, σιγοτραγουδώντας..
Through early morning fog I see visions of the things to be

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s